επερώτηση

η (AM ἐπερώτησις) [επερωτώ]
ερώτηση επί συγκεκριμένου θέματος
νεοελλ.
γραπτή ερώτηση μέλους ή ομάδας μελών τού κοινοβουλίου, που στρέφεται εναντίον υπουργού, συναρμόδιων υπουργών ή τής κυβερνήσεως συνολικά
μσν.
σύμβαση η οποία δημιουργούσε υποχρεώσεις μόνο για τον ερωτώμενο (:spondes, ομολογείς;).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επερώτηση — η 1. ερώτηση για κάποιο θέμα. 2. γραπτό ερώτημα, που καταθέτει βουλευτής στο προεδρείο της βουλής, με το οποίο ελέγχεται ορισμένη κυβερνητική πράξη ή η γενική πολιτική της κυβέρνησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπερωτήσῃ — ἐπερωτήσηι , ἐπερώτησις questioning fem dat sg (epic) ἐπερωτάω consult aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ἐπερωτάω consult aor subj act 3rd sg (attic ionic) ἐπερωτάω consult fut ind mid 2nd sg (attic ionic) ἐπερωτάω consult aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντεπερώτηση — η επερώτηση που γίνεται για να ανατρέψει άλλη επερώτηση ή να προκαλέσει αντιπερισπασμό …   Dictionary of Greek

  • Ακουίλιος, Γάιος Γάλλος — (Caius Gallus Aquilius, 1ος αι. π.Χ.). Ρωμαίος νομομαθής, μαθητής του Μούκιου Σκαιόλα, που τον θαύμαζε ο Κικέρωνας για τη ρητορική του δεινότητα. Έγινε γνωστός με την actio de dolo (αγωγή για δόλο) και την stipulatio aquilliana (ακουιλιανή… …   Dictionary of Greek

  • επερωτητής — ο (AM ἐπερωτητής) [επερωτώ] νεοελλ. αυτός που υποβάλλει επερώτηση αρχ. αυτός που ερευνά για να πληροφορηθεί κάτι …   Dictionary of Greek

  • επερωτώ — (AM ἐπερωτῶ, άω) νεοελλ. υποβάλλω επερώτηση στη Βουλή ή στη Γερουσία αρχ. μσν. ρωτώ, ζητώ να μάθω («ἐπερωτῶντας θυσίαις καὶ οἰωνοῑς ὅ, τι τε χρὴ ποιεῑν καὶ ὅ, τι μή», Ξεν.) μσν. (νομ.) συμφωνώ με ομολογία αρχ. 1. ρωτώ 2. προβάλλω ερώτηση,… …   Dictionary of Greek

  • επερωτώ — επερώτησα, επερωτήθηκα, μτβ. 1. ερωτώ (υποβάλλω ερώτημα) για κάποιο θέμα, ζητώ να μάθω για κάτι. 2. κάνω επερώτηση (βλ. λ., 2) στη βουλή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φυγομαχώ — φυγομάχησα, αμτβ., αποφεύγω τη μάχη ή τον αγώνα από δειλία, αποφεύγω κάθε αγώνα: Φυγομαχεί ο υπουργός και δεν απαντά στην επερώτηση του βουλευτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.